Το «We Were Born in the Noise» δεν μιλά απλώς για δύο ανθρώπους. Μιλά για μια ολόκληρη γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα σε διαδοχικές κρίσεις και έμαθε να θεωρεί την ανασφάλεια φυσιολογική κατάσταση. Ο άνδρας και η γυναίκα του τραγουδιού ξεκινούν μόνοι: δουλειά χωρίς προοπτική, στέγη που δεν μπορούν να αποκτήσουν, κοινωνική εικόνα που πρέπει συνεχώς να συντηρούν, σχέδια ζωής που μετατίθενται. Στη συνέχεια όμως ανακαλύπτουν κάτι ουσιαστικό: η προσωπική τους αποτυχία δεν είναι απαραίτητα προσωπική. Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος γύρω τους που παράγει τον ίδιο φόβο, την ίδια κούραση και την ίδια αίσθηση ότι το αύριο βρίσκεται πάντοτε λίγο πιο μακριά. Και εκεί ακριβώς το τραγούδι αλλάζει. Από εξομολόγηση γίνεται αντίσταση.